Μεταξύ 20ης και 23ης εβδομάδας της κύησης.
Κατά τη διάρκεια του υπερηχογραφήματος Β’ επιπέδου εξετάζουμε κάθε μέρος του σώματος του εμβρύου, προσδιορίζουμε τη θέση του πλακούντα, αξιολογούμε την ποσότητα του αμνιακού υγρού καθώς και την ανάπτυξη του εμβρύου, υπολογίζοντας το βάρος του. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στον εγκέφαλο, στο πρόσωπο, στη σπονδυλική στήλη, στην καρδιά, στο στομάχι, στο έντερο, στους νεφρούς και στα άκρα, προς αποκλεισμό ανωμαλιών. Ένα φυσιολογικό γενετικό υπερηχογράφημα (Β’ επιπέδου) δεν αποτελεί εγγύηση ότι το μωρό σας είναι φυσιολογικό, αλλά καθυσηχάζει εσάς και τον θεράποντα ιατρό σας σημαντικά, καθώς μειώνεται ακόμα περισσότερο η πιθανότητα μη καλής έκβασης της κύησης. Ο καθορισμός του φύλου είναι δυνατός μετά από συγκατάθεση του ζευγαριού.
Κατά την ίδια εξέταση συνιστάται η πραγματοποίηση διακολπικού υπερηχογραφήματος για τη μέτρηση του μήκους του τραχήλου της μήτρας, ιδίως σε γυναίκες υψηλού κινδύνου για πρόωρο τοκετό (πολύδυμες κυήσεις, ιστορικό πρόωρου τοκετού, ανωμαλίες της μήτρας ή του τραχήλου της μήτρας, προηγούμενη χειρουργική επέμβαση)
Εάν εντοπιστούν τυχόν ανωμαλίες, η σημασία των ευρημάτων θα συζητηθεί και οι γονείς θα έχουν την ευκαιρία να έχουν περαιτέρω παροχή συμβουλών.
Περαιτέρω δοκιμές, συμπεριλαμβανομένου του μη επεμβατικού ελέγχου cell free DNA test ή επεμβατικές εξετάσεις όπως η αμνιοπαρακέντηση μπορούν επίσης να εξηγηθούν σε βάθος.
Ποιες είναι οι ενδείξεις ή οι λόγοι για αυτό το υπερηχογράφημα;
Το υπερηχογράφημα συνίσταται σε όλες τις έγκυες μητέρες.
Πώς να προετοιμαστώ για την εξέταση Β Επιπέδου;
Μια μέτριας πλήρωσης κύστη είναι αρκετή για την τέλεση του διακοιλιακού υπερηχογραφήματος, ενω σκόπιμο κρίνεται να έχετε μπροστά σας τουλάχιστον 60 λεπτά.
Το επόμενο υπερηχογράφημα συστήνουμε να γίνει γύρω στις 28 -32 εβδομάδες της κύησης, προς αξιολόγηση της ανάπτυξης του εμβρύου, του αμνιακού υγρού, της θέσης του πλακούντα και της εξέτασης Doppler (εκτίμηση του καλώς έχειν του εμβρύου).